κεντρικά

επίρρημα

1. Με τρόπο που αφορά ή βρίσκεται στο κέντρο μιας περιοχής, ενός χώρου ή ενός αντικειμένου.

2. Με τρόπο που γίνεται ή εκτελείται από το κεντρικό σημείο ή την κεντρική υπηρεσία ενός οργανισμού, δηλαδή από τη διοίκηση ή το κέντρο λειτουργίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

περιφερειακά αποκεντρωμένα παράπλευρα υποκατάστημα απομακρυσμένα επαρχιακά περιθωριακά γύρω μακριά εξωτερικά

Παραδείγματα χρήσης

  • Τα κεντρικά της εταιρείας βρίσκονται στην Αθήνα.
  • Το γραφείο είναι κεντρικά τοποθετημένο στην πλατεία.
  • Κάλεσε στα κεντρικά για να μάθεις τα ωράρια.
  • Η απόφαση λήφθηκε κεντρικά, από τη διοίκηση.
  • Το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε κεντρικά, όχι τοπικά.