καχεξία
ουσιαστικόΠαθολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από προοδευτική και παθολογική απώλεια σωματικού βάρους και μυϊκής μάζας, συνοδευόμενη από βαθιά αδυναμία, κόπωση και διαταραχές του μεταβολισμού, συχνά ως συνέπεια χρόνιων νοσημάτων ή σοβαρού υποσιτισμού.
Συνώνυμα
αδυνάτισμα εξασθένιση εξασθενισμός ατροφία εξαθλίωση μαρασμός αδυναμία λιμοκτονία ανορεξία εξάντληση εξασθένηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η καχεξία του ασθενούς επιδεινώθηκε παρά τη θεραπεία.
- Η μακροχρόνια καχεξία οφείλεται σε απώλεια μυϊκής μάζας και όρεξης.
- Η εμφάνιση καχεξίας σε προχωρημένο στάδιο καρκίνου συνδέεται με χειρότερη πρόγνωση.
- Στο έργο του περιγράφει την κοινωνική καχεξία μετά την οικονομική κρίση.
- Στα ηλικιωμένα ζώα, η καχεξία απαιτεί άμεση διαγνωστική διερεύνηση.