καταχωρώ

ρήμα

1. Τοποθετώ πληροφορίες, δεδομένα ή στοιχεία σε έντυπο, μητρώο, βάση δεδομένων ή ηλεκτρονικό αρχείο, ώστε να καταγραφούν και να είναι διαθέσιμα για μελλοντική χρήση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σήμερα καταχωρώ τα στοιχεία των νέων πελατών στο σύστημα.
  • Στο λογιστήριο καταχωρώ καθημερινά τα τιμολόγια στο λογιστικό πρόγραμμα.
  • Στο μητρώο του δήμου καταχωρώ το όνομα του αιτούντος.
  • Στην ηλεκτρονική πλατφόρμα καταχωρώ την καταγγελία με όλα τα απαραίτητα στοιχεία.
  • Στο ημερολόγιό μου καταχωρώ τις σημαντικές αποφάσεις για μελλοντική αναφορά.
  • Κατά την υποβολή της δήλωσης, καταχωρώ τα ποσά με ακρίβεια για να αποφύγω λάθη.