καταραμένος
επίθετο1. Που έχει υποστεί ή είναι αντικείμενο κατάρας ή ανάθεματος.
2. Που θεωρείται ότι φέρει κακοτυχία ή μοιραία μοίρα λόγω υπερφυσικής ή μεταφυσικής επίδρασης.
Συνώνυμα
καταρασμένος καταραγμένος αναθεματισμένος αφορισμένος καταδικασμένος γρουσούζικος στοιχειωμένος δαιμονισμένος κακότυχος άτυχος μουτζωμένος γαμημένος καημένος αθλιός πανάθλιος βδελυρός απαίσιος μοιραίος
Αντώνυμα
ευλογημένος ευλογητός τυχερός μακαριστός αγιασμένος λυτρωμένος μακάριος ευτυχής ευτυχισμένος ευσεβής αγαθός αθώος
Παραδείγματα χρήσης
- Οι χωρικοί είπαν ότι το σπίτι είναι καταραμένο.
- Αυτός ο καταραμένος λογαριασμός δεν σταματά να χρεώνει τέλη.
- Η καταραμένη μοίρα δεν τον άφησε να ησυχάσει.
- Δεν αντέχω άλλο αυτό το καταραμένο έργο.
- Οι καταραμένοι βήχες του παιδιού τον ξύπνησαν τη νύχτα.