καταπιέζω
ρήμα1. Ασκώ πίεση ή βία σε πρόσωπο ή ομάδα, περιορίζοντας την ελευθερία, τη δράση ή την έκφρασή τους.
2. Επιβάλλω αυστηρά και άδικα όρους, απαιτήσεις ή εξουσία σε κάποιον.
Συνώνυμα
πνίγω δυνστεύω τυραννώ βασανίζω βαραίνω κακομεταχειρίζομαι καταστέλλω πιέζω αδικώ αναγκάζω εξαναγκάζω συμπιέζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν πρέπει να καταπιέζω τα συναισθήματά μου για πολύ καιρό.
- Η κυβέρνηση προσπαθεί να καταπιέζει κάθε μορφή διαμαρτυρίας.
- Νιώθει ότι τον καταπιέζουν στη δουλειά με τόσους αυστηρούς κανόνες.
- Μην καταπιέζεις τη γνώμη σου, πες την ελεύθερα.
- Στο σπίτι δεν θέλω να καταπιέζεται κανείς.