κατάστρωμα
ουσιαστικό1. Επίπεδη επιφάνεια ή πλατφόρμα πάνω σε πλοίο που σχηματίζει όροφο ή εξωτερικό χώρο, προοριζόμενη για κυκλοφορία, εργασία, φόρτωση και προστασία του άνω μέρους της γάστρας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κατάστρωμα του πλοίου γέμισε από τους τουρίστες.
- Κοιμηθήκαμε στο ηλιακό κατάστρωμα και θαυμάσαμε τα αστέρια.
- Το ελικόπτερο προσγειώθηκε στο κατάστρωμα του αεροπλανοφόρου.
- Καθίσαμε στο ξύλινο κατάστρωμα δίπλα στην πισίνα για να στεγνώσουμε.
- Οι μηχανικοί έλεγξαν το κατάστρωμα για ρωγμές μετά την καταιγίδα.