καπνός
ουσιαστικόΜείγμα αερίων και αιωρούμενων στερεών και υγρών σωματιδίων που δημιουργείται κατά την ατελή καύση οργανικών ή ανόργανων υλικών, ορατό ως νεφέλωμα ή αχνάδα, συχνά με οσμή, που μπορεί να μειώνει την ορατότητα και να είναι επιβλαβές ή τοξικό για τον άνθρωπο και το περιβάλλον.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είδα καπνό στον ορίζοντα και κάλεσα την πυροσβεστική.
- Ο καπνός του τσιγάρου με ενοχλεί όταν μπαίνω σε κλειστούς χώρους.
- Το αυτοκίνητο άρχισε να βγάζει καπνό από την εξάτμιση.
- Ο καπνός από το ψήσιμο έδωσε στο κρέας μια έντονη γεύση.
- Οι χωρικοί έστελναν καπνό ως σήμα κινδύνου.