καπαρντίνα
ουσιαστικόΕξωτερικό ένδυμα μήκους συνήθως ως τους γοφούς ή πιο κάτω, κατασκευασμένο από ανθεκτικό ή αδιάβροχο ύφασμα, με γιακά και συχνά με κουμπιά, ζώνη ή επωμίδες, σχεδιασμένο να προστατεύει από βροχή, άνεμο και κρύο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Φόρεσε την καπαρντίνα πριν βγει στην καταιγίδα.
- Η καπαρντίνα του ήταν μπεζ και του ταίριαζε πολύ.
- Το παντελόνι είναι από καπαρντίνα, ένα ανθεκτικό ύφασμα.
- Στο μαγαζί υπήρχαν πολλές καπαρντίνες σε διάφορα χρώματα.
- Σαν σε αστυνομικό μυθιστόρημα, ο ήρωας εμφανίστηκε με καπαρντίνα και καπέλο.