κακοκαιρία

ουσιαστικό

Περίοδος ή κατάσταση με έντονες και δυσμενείς καιρικές συνθήκες, όπως ισχυρές βροχές, χιονοπτώσεις, θυελλώδεις άνεμοι, χαλάζι ή απότομη πτώση θερμοκρασίας, που προκαλούν δυσκολίες στις μετακινήσεις, ζημιές σε υποδομές και επιβαρύνουν την καθημερινή ζωή.

Συνώνυμα

καταιγίδα θύελλα μπουρίνι θεομηνία τυφώνας φουρτούνα τρικυμία μπόρα βροχόπτωση βροχή χιονόπτωση χιόνι χαλάζι παγετός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κακοκαιρία κράτησε όλο το Σαββατοκύριακο.
  • Λόγω της κακοκαιρίας ακυρώθηκαν τα δρομολόγια.
  • Οι αγρότες ανησυχούν για τη κακοκαιρία που έρχεται.
  • Μετά από μέρες κακοκαιρίας, ο καιρός βελτιώθηκε.
  • Η έντονη κακοκαιρία προκάλεσε προβλήματα σε πολλές περιοχές.