καθαριότητα

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή ιδιότητα ενός χώρου, αντικειμένου ή σώματος που δεν έχει ρύπους, βρωμιά ή ανεπιθύμητα στοιχεία και είναι υγιεινό και τακτοποιημένο.

Συνώνυμα

καθαρότητα υγιεινή καθάρισμα καθαρισμός σκούπισμα πλύσιμο σφουγγάρισμα απολύμανση αποστείρωση τάξη νοικοκύρεμα τακτοποίηση φροντίδα περιποίηση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η καθαριότητα του σπιτιού είναι απαραίτητη για την υγεία της οικογένειας.
  • Οι κάτοικοι ζητούν καλύτερη καθαριότητα στους δρόμους και τα πάρκα του δήμου.
  • Η καθαριότητα των τροφίμων ελέγχεται καθημερινά από τις υγειονομικές υπηρεσίες.
  • Η καθαριότητα στο νοσοκομείο είναι κρίσιμη για την πρόληψη λοιμώξεων.
  • Η καθαριότητα της συνείδησης φέρνει εσωτερική γαλήνη.