ιατρός
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που έχει ολοκληρώσει ιατρικές σπουδές και ασχολείται με τη διάγνωση, τη θεραπεία και την πρόληψη νόσων και διαταραχών του ανθρώπινου οργανισμού.
Συνώνυμα
γιατρός γιατρίνα χειρουργός παθολόγος παιδίατρος οδοντίατρος οφθαλμίατρος καρδιολόγος νευρολόγος ψυχίατρος δερματολόγος ενδοκρινολόγος γαστρεντερολόγος ογκολόγος ωτορινολαρυγγολόγος πνευμονολόγος μικροβιολόγος ακτινολόγος παθολογοανατόμος λειτουργός ειδικός ψυχολόγος νοσηλευτής φαρμακοποιός θεραπευτής επιστήμονας ιατροδικαστής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ιατρός εξέτασε τον ασθενή και συνέστησε ανάπαυση.
- Καλέστε τον ιατρό αμέσως.
- Η ιατρός της απομακρυσμένης κλινικής συμβούλεψε τηλεφωνικά.
- Οι ιατροί εργάζονται σε διαφορετικά τμήματα του νοσοκομείου.
- Ο ιατρός υπέγραψε τη βεβαίωση ασθενείας.