θολά
επίθετο1. Που δεν παρουσιάζει καθαρά όρια ή λεπτομέρειες στην όψη, με αποτέλεσμα η εικόνα ή το περίγραμμα να μην είναι ευδιάκριτο.
Συνώνυμα
θαμπά θαμπωμένα θολωμένα ασαφώς αόριστα συγκεχυμένα αμυδρά αχνά δυσδιάκριτα ομιχλώδη απροσδιόριστα μπερδεμένα μουτζουρωμένα ζαλισμένα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα νερά της λίμνης ήταν θολά μετά τη βροχή.
- Βλέπω θολά χωρίς τα γυαλιά μου.
- Θυμάμαι θολά εκείνη τη βραδιά.
- Μίλησε θολά και δεν έδωσε σαφείς απαντήσεις.
- Τα τζάμια του αυτοκινήτου ήταν θολά από τον ατμό.