θανάσιμος
επίθετο1. Που προκαλεί θάνατο ή μπορεί να οδηγήσει στο θάνατο.
2. Που είναι εξαιρετικά επικίνδυνος ή καταστροφικός σε βαθμό που ενδέχεται να αποβεί μοιραίος.
Συνώνυμα
θανατηφόρος φονικός σκοτωτικός θανατικός δολοφονικός μοιραίος ολέθριος επικίνδυνος καταστροφικός αποδεκατιστικός αφανιστικός εξοντωτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο θανάσιμος ιός εξαπλώθηκε μέσα σε λίγες εβδομάδες.
- Η θανάσιμη πληγή προκάλεσε ακαριαίο θάνατο.
- Το δηλητήριο ήταν θανάσιμο για το μικρό ζώο.
- Η Εκκλησία χαρακτηρίζει την προδοσία ως θανάσιμο αμάρτημα.
- Μια θανάσιμη σιωπή επικράτησε μετά την ανακοίνωση.