ζουμί

ουσιαστικό

1. Υγρό που προκύπτει από το μαγείρεμα ή το βράσιμο τροφίμων (κρέας, ψάρι, λαχανικά), πλούσιο σε γεύση και θρεπτικά συστατικά και χρησιμοποιούμενο ως βάση για σούπες ή σάλτσες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

στεγνό στέρεο ξηρό επιφάνεια επιφανειακότητα ανουσιότητα περιττό ασήμαντο επιφανειακό

Παραδείγματα χρήσης

  • Το φαγητό βγήκε πολύ νόστιμο γιατί κράτησε το ζουμί του.
  • Έμεινε μόνο το ζουμί από τη σούπα στο πιάτο.
  • Πέσε λίγο νερό και διαλύθηκε το ζουμί του θέματος.
  • Ας μη χάνουμε χρόνο στα πολλά· το ζουμί είναι ότι δεν ήρθε.
  • Έχει πολύ ζουμί αυτή η συζήτηση, αν την ψάξεις λίγο.
  • Το πορτοκάλι έβγαλε αρκετό ζουμί όταν το έστυψα.