ετοιμάζομαι

ρήμα

1. Προβαίνω σε ενέργειες ή λαμβάνω μέτρα για να βρεθώ έτοιμος ή ικανός να αντιμετωπίσω ή να εκτελέσω κάποιο έργο, γεγονός ή δραστηριότητα.

2. Οργανώνω ή διαμορφώνω τα απαραίτητα υλικά, στοιχεία ή συνθήκες ώστε κάτι να πραγματοποιηθεί ομαλά.

Συνώνυμα

προετοιμάζομαι προπαρασκευάζομαι παρασκευάζομαι οργανώνομαι τακτοποιούμαι εξοπλίζομαι στήνομαι κανονίζομαι συγκεντρώνομαι οπλίζομαι προετοιμάζω παρατάσσομαι προσαρμόζομαι στρώνω ετοιμάζω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε πρωί ετοιμάζομαι γρήγορα για τη δουλειά.
  • Πριν από την εξέταση, ετοιμάζομαι διαβάζοντας τα βασικά σημεία.
  • Για το δείπνο με φίλους, ετοιμάζομαι να στήσω το τραπέζι και να μαγειρέψω.
  • Σε λίγο ετοιμάζομαι να φύγω, οπότε μαζεύω τις βαλίτσες.
  • Ψυχολογικά ετοιμάζομαι να αντιμετωπίσω κάθε δυσκολία.