ετερότητα
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή κατάσταση κατά την οποία ένα πρόσωπο, αντικείμενο ή στοιχείο διαφοροποιείται από άλλο/α, υποδηλώνοντας ύπαρξη διαφορετικών χαρακτηριστικών, ιδιοτήτων ή καταστάσεων.
Συνώνυμα
ετερογένεια διαφορετικότητα ανομοιογένεια ανομοιότητα ποικιλότητα ποικιλία διαφορά διαφοροποίηση απόκλιση παραλλαγή ξενότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ετερότητα των πολιτισμών εμπλουτίζει την κοινωνία.
- Στη βιολογία, η ετερότητα των γονιδίων αυξάνει την ικανότητα προσαρμογής.
- Η αποδοχή της ετερότητας είναι προϋπόθεση για μια δημοκρατική κοινωνία.
- Στη φιλοσοφία, η ετερότητα του 'άλλου' αναδεικνύει τα όρια της ταυτότητας.
- Στην αισθητική, η ετερότητα στο έργο μπορεί να προκαλέσει έντονη αντίδραση.