εσωστρέφεια
ουσιαστικόΤάση ενός ατόμου να στρέφει το ενδιαφέρον του κυρίως προς τον εσωτερικό του κόσμο, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, με περιορισμένη διάθεση για εξωστρεφή έκφραση ή κοινωνική αλληλεπίδραση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
εξωστρέφεια ανοιχτότητα κοινωνικότητα επικοινωνιακότητα φιέστα ανοικτότητα συνέντευξη προβολή έκφραση
Παραδείγματα χρήσης
- Η εσωστρέφεια του χαρακτήρα του τον κάνει να προτιμά τη σιωπή από τις μεγάλες παρέες.
- Στην ομάδα επικρατούσε εσωστρέφεια μετά τις συνεχόμενες ήττες.
- Η υπερβολική εσωστρέφεια ενός οργανισμού μπορεί να τον απομακρύνει από τις ανάγκες της κοινωνίας.
- Δεν είναι απαραίτητα πρόβλημα να είσαι εσωστρεφής, αρκεί η εσωστρέφεια να μην σε απομονώνει.
- Η συζήτηση στο συμβούλιο έδειξε μια ανησυχητική εσωστρέφεια και έλλειψη διάθεσης για συνεργασία.