εργατικός
επίθετο1. Που εργάζεται με συνέπεια και μεγάλη προσπάθεια, δείχνοντας επιμονή και φροντίδα στην εκτέλεση των καθηκόντων του.
2. Που αφιερώνει σημαντικό χρόνο και κόπο σε παραγωγικές ή πρακτικές δραστηριότητες, ενεργώντας με συστηματικότητα.
Συνώνυμα
επιμελής φιλόπονος δραστήριος παραγωγικός ακούραστος συστηματικός μεθοδικός προσπαθητικός βιοπαλαιστής πειθαρχημένος επίμονος προσηλωμένος ευσυνείδητος ενεργητικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Παύλος είναι πολύ εργατικός και πάντα τελειώνει τις υποχρεώσεις του.
- Η Μαρία αποδεικνύεται ιδιαίτερα εργατική στη δουλειά της.
- Οι συνάδελφοι στη γραμμή παραγωγής είναι εργατικοί και δουλεύουν νυχθημερόν.
- Η εργατική τάξη διεκδικεί καλύτερες συνθήκες εργασίας.
- Το εργατικό ατύχημα αναφέρθηκε αμέσως στον προϊστάμενο.
- Οι εργαζόμενοι απαίτησαν τα εργατικά δικαιώματά τους.