επιτυχής

επίθετο

1. Που έχει πετύχει τον σκοπό ή το αποτέλεσμα που είχε τεθεί, αποφέροντας τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα.

2. Που χαρακτηρίζεται από ευνοϊκή έκβαση ή από αποτελεσματική απόδοση σε κάποια δραστηριότητα ή προσπάθεια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο επιχειρηματίας θεωρείται επιτυχής στο χώρο του.
  • Η επέμβαση στο νοσοκομείο ήταν επιτυχής.
  • Μετά από πολλές δοκιμές, το πείραμα αποδείχθηκε επιτυχής.
  • Η υποψήφια κρίθηκε επιτυχής στις εξετάσεις εισαγωγής.
  • Η εκστρατεία συγκέντρωσης κεφαλαίων ήταν επιτυχής και κάλυψε τον στόχο.