επιτηδευμένα

επίρρημα

Με τρόπο σκοπίμως προσποιητό ή υπερβολικά επιμελημένο, ώστε να προκαλεί εντύπωση ή να δείχνει ότι η ενέργεια ή η συμπεριφορά γίνεται εσκεμμένα και για συγκεκριμένο σκοπό.

Συνώνυμα

τεχνηέντως προσποιημένα τεχνητά εσκεμμένα σκόπιμα προμελετημένα μελετημένα συνειδητά υποκριτικά ψευτικα επίτηδες στημένα προσχηματικά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μιλούσε επιτηδευμένα για να εντυπωσιάσει τους καλεσμένους.
  • Το λάθος έγινε επιτηδευμένα, ώστε να αποπροσανατολίσει την έρευνα.
  • Τα επιτηδευμένα χαμόγελα στην τελετή φάνηκαν ψεύτικα.
  • Το τραπέζι ήταν επιτηδευμένα στημένο με μικρές λεπτομέρειες.
  • Η κριτική του ήταν επιτηδευμένα ήπια για να μην προκαλέσει αντιπαράθεση.