επισήμως
επίρρημα1. Με τρόπο που υπακούει σε θεσμικά καθορισμένες διαδικασίες ή κανόνες και προσδίδει νομική ή οργανωτική ισχύ στην πράξη ή ανακοίνωση.
2. Δημόσια και με τυπική ανακοίνωση από αρμόδιες αρχές, με αναγνώριση ή επικύρωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εταιρεία επισήμως ανακοίνωσε τη συγχώνευση.
- Από αύριο επισήμως ισχύει το νέο ωράριο λειτουργίας.
- Ο δήμος επισήμως κήρυξε την περιοχή σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
- Τα αποτελέσματα των εξετάσεων δεν έχουν επισήμως ανακοινωθεί.
- Η σχέση τους αναγνωρίστηκε επισήμως από την οικογένεια.
- Ο υποψήφιος επισήμως αποσύρθηκε από την εκλογική αναμέτρηση.