επευφημώ
ρήμα1. Εκδηλώνω έντονη, συχνά ρυθμική και συλλογική, δημόσια έγκριση ή ενθουσιασμό για άτομο, ιδέα ή απόφαση, μέσω φωνητικών επιφωνημάτων, ζητωκραυγών και χειρονομιών.
Συνώνυμα
χειροκροτώ ζητωκραυγάζω επαινώ εξυμνώ εγκωμιάζω αποθεώνω επιδοκιμάζω πανηγυρίζω δοξάζω υμνώ δοξολογώ αγιοποιώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο τέλος της παράστασης επευφημώ θερμά τους συντελεστές.
- Εγώ προσωπικά επευφημώ την πρωτοβουλία που βοηθά τα παιδιά.
- Δεν επευφημώ τις αποφάσεις που λαμβάνονται βιαστικά.
- Με τη φωνή μου επευφημώ κάθε προσπάθεια για κοινωνική δικαιοσύνη.
- Δημόσια επευφημώ τους νέους που αναλαμβάνουν ευθύνη.