επίκεντρο
ουσιαστικό1. Σημείο στην επιφάνεια της γης που βρίσκεται κάθετα πάνω από το εστιακό σημείο ενός σεισμού, απ' όπου εκπέμπονται τα σεισμικά κύματα.
2. Κεντρικό σημείο ή περιοχή γύρω από την οποία συγκεντρώνονται δραστηριότητες, ενδιαφέροντα ή επιρροές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το επίκεντρο του σεισμού βρισκόταν κοντά στην ακτή.
- Η νικήτρια έγινε το επίκεντρο των φωτογράφων.
- Η συζήτηση για την πρόταση έγινε το επίκεντρο της συνάντησης.
- Το νέο συνεδριακό κέντρο έκανε την περιοχή επίκεντρο οικονομικής δραστηριότητας.
- Κατά την επιδημία, το συγκεκριμένο χωριό ήταν το επίκεντρο των κρουσμάτων.