επίκαιρος
επίθετο1. Που αφορά ή σχετίζεται με το παρόν και τα πρόσφατα γεγονότα ή θέματα.
2. Που έχει σχέση με τις τρέχουσες ανάγκες, τάσεις ή συνθήκες και είναι σχετικό για τη δεδομένη στιγμή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ανεπίκαιρος άκαιρος παρωχημένος απαρχαιωμένος ξεπερασμένος αναχρονιστικός παλιός παλιομοδίτικος ανούσιος μουχλιασμένος διαχρονικός
Παραδείγματα χρήσης
- Το άρθρο για την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο είναι επίκαιρο.
- Η άμεση αντίδραση της ομάδας ήταν επίκαιρη και απέτρεψε μεγαλύτερη ζημιά.
- Οι επίκαιροι προβληματισμοί των πολιτών συζητήθηκαν στην εκδήλωση.
- Κατέθεσε ένα πολύ επίκαιρο παράδειγμα κατά τη διάρκεια του μαθήματος.
- Οι ερωτήσεις που τέθηκαν ήταν επίκαιρες και άνοιξαν νέο διάλογο.
- Η έκθεση παρέχει επίκαιρη ενημέρωση για τις πρόσφατες νομοθετικές αλλαγές.