εννοείται

επίρρημα

1. Δηλώνει ότι κάτι θεωρείται δεδομένο ή προκύπτει αυτονόητα χωρίς να εκφράζεται ρητά.

2. Εκφράζει επιβεβαίωση ή αποδοχή όταν απαντά σε ερώτηση ή πρόταση, υπονοώντας ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διευκρίνιση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

αποκλείεται όχι αμφίβολο αμφίβολα αδύνατον απίθανο ουδόλως καθόλου ποτέ αμφισβητείται αδιανόητο απίστευτο

Παραδείγματα χρήσης

  • Εννοείται ότι θα είμαι εκεί νωρίτερα.
  • Από τα συμφραζόμενα εννοείται ότι ο πελάτης αποδέχτηκε την προσφορά.
  • Δεν εννοείται να αγνοείς τους κανόνες ασφαλείας.
  • Στο γραπτό κείμενο εννοείται η αναφορά στην πηγή.
  • Εννοείται! Θα στο φέρω αύριο.