εμπρός
επίρρημα1. Προς τα εμπρός, προς την κατεύθυνση του προσώπου ή του πρόσθιου μέρους σε σχέση με ένα σημείο αναφοράς.
2. Από αυτό το σημείο και στο εξής, στο μέλλον, με προοπτική προς τα εμπρός στον χρόνο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- «εμπρός!» φώναξε ο αρχηγός και όλοι προχώρησαν.
- Μην κοιτάς πίσω, κοίτα εμπρός.
- Το αυτοκίνητο σταμάτησε εμπρός από το σπίτι.
- Από τώρα κι εμπρός θα τηρούμε αυστηρά το πρόγραμμα.
- Προχωρήστε εμπρός, μην καθυστερείτε.