εγγυώ

ρήμα

1. Παρέχω εγγύηση ή διαβεβαίωση για την αξιοπιστία, την ασφάλεια ή την καλή εκτέλεση κάποιου αντικειμένου, έργου ή υποχρέωσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σας εγγυώ ότι το έργο θα ολοκληρωθεί εγκαίρως.
  • Προσωπικά εγγυώ την ειλικρίνειά του, τον γνωρίζω χρόνια.
  • Ως διευθυντής, εγγυώ την ποιότητα της εξυπηρέτησης που παρέχει η ομάδα μου.
  • Δεν εγγυώ τα αποτελέσματα υπό απρόβλεπτες συνθήκες.
  • Ως εγγυητής, εγγυώ την αποπληρωμή του δανείου.