δωρεάν

επίρρημα

1. Χωρίς την επιβολή πληρωμής ή χρηματικού ανταλλάγματος.

2. Κατά τρόπο ελεύθερο ή χωρίς περιορισμούς στη χρήση ή στην πρόσβαση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

πληρωτέος αμειβόμενος χρεώσιμος αντίτιμο πληρωμένος εισιτήριο

Παραδείγματα χρήσης

  • Η είσοδος στο μουσείο είναι δωρεάν σήμερα.
  • Μπορείς να κατεβάσεις το πρόγραμμα δωρεάν από την επίσημη ιστοσελίδα.
  • Μοίρασαν δωρεάν δείγματα στους περαστικούς για δοκιμή.
  • Η συνδρομή προσφέρεται δωρεάν για τον πρώτο μήνα.
  • Στο κέντρο υγείας γίνονται δωρεάν προληπτικές εξετάσεις.