διπλανός

επίθετο

1. Που βρίσκεται αμέσως δίπλα σε κάποιο άλλο πρόσωπο, αντικείμενο ή χώρο.

2. Που καταλαμβάνει τη διπλανή θέση σε σειρά, διάταξη ή ακολουθία.

3. Που δηλώνει στενή χωρική, κοινωνική ή συναισθηματική εγγύτητα με κάποιον ή κάτι.

Συνώνυμα

πλαϊνός πλάγιος παράπλευρος γειτονικός συνορεύων διπλανάκης κοντινός γείτονας εγγύς πλησίος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο διπλανός μου στο λεωφορείο διάβαζε ένα βιβλίο.
  • Η διπλανή γειτόνισσα με βοήθησε με τα ψώνια.
  • Το διπλανό σπίτι έχει κόκκινη πόρτα.
  • Στη διπλανή σελίδα βρήκα ένα χρήσιμο διάγραμμα.
  • Οι διπλανοί κουβάδες ήταν γεμάτοι νερό.