δικαστήριο

ουσιαστικό

1. Φορέας του κράτους που επιλαμβάνεται της εφαρμογής του νόμου και της επίλυσης πολιτικών, ποινικών ή διοικητικών διαφορών εκδίδοντας δικαστικές αποφάσεις.

2. Κτήριο ή αίθουσα όπου διεξάγονται δίκες, ακροάσεις και άλλες δικαστικές διαδικασίες.

Συνώνυμα

πρωτοδικείο εφετείο ειρηνοδικείο στρατοδικείο πταισματοδικείο παραδικαστήριο τριμελές

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το δικαστήριο επέβαλε ποινή στον κατηγορούμενο.
  • Το δικαστήριο βρίσκεται στο κέντρο της πόλης.
  • Στο δικαστήριο διεξάγεται σήμερα η δίκη.
  • Το δικαστήριο της κοινής γνώμης τον καταδίκασε πριν ακόμα γίνει η δίκη.
  • Τα δικαστήρια της χώρας λειτουργούν πλέον ψηφιακά.