διεθνής
επίθετο1. Που αφορά ή συνδέεται με δύο ή περισσότερα κράτη ή έθνη.
2. Που εκτείνεται, ισχύει ή δρα πέρα από τα εθνικά σύνορα.
3. Που σχετίζεται με οργανισμούς, συμφωνίες, σχέσεις ή δραστηριότητες μεταξύ κρατών.
Συνώνυμα
διεθνικός ιντερνάσιοναλ παγκόσμιος διακρατικός πολυεθνικός γκλόμπαλ οικουμενικός υπερεθνικός διηπειρωτικός κοσμοπολίτικος εκλεπτυσμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διεθνής διάσκεψη για το κλίμα θα γίνει στην Αθήνα.
- Ο Γιάννης έγινε διεθνής μετά την πρώτη του εμφάνιση με την εθνική ομάδα.
- Η διεθνής εταιρεία άνοιξε νέα γραφεία σε τρεις ηπείρους.
- Η διεθνής σύμβαση υπογράφηκε από είκοσι κράτη.
- Ο διεθνής αγώνας μπάσκετ μεταδόθηκε ζωντανά στην τηλεόραση.