διαφαίνομαι
ρήμα1. Γίνομαι ορατός ή διακρίνομαι, συχνά σταδιακά ή αχνά, μέσα από κάτι άλλο ή στο περιβάλλον.
2. Γίνομαι αντιληπτός ή προκύπτει σαφής τάση ή εκτίμηση για κάτι με βάση ενδείξεις, συμπεριφορές ή δεδομένα.
Συνώνυμα
φαίνομαι φανερώνομαι εμφανίζομαι προκύπτω διακρίνομαι αποκαλύπτομαι αναδεικνύομαι παρουσιάζομαι εκδηλώνομαι ξεπροβάλλω αντικατοπτρίζομαι εντοπίζομαι ξεχωρίζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη συνέντευξη διαφαίνομαι ως αποφασιστικός και μεθοδικός.
- Στο γραπτό μου διαφαίνομαι ως γνώστης του αντικειμένου.
- Στα λόγια μου διαφαίνομαι ανασφαλής όταν μιλάω για το μέλλον.
- Στις δηλώσεις μου διαφαίνομαι ως πρόθυμος για συνεργασία.
- Στην καθημερινή μου συμπεριφορά διαφαίνομαι συνεπής και προσηλωμένος στους στόχους.