διάφορος
επίθετο1. Που δεν είναι ίδιος με κάποιο άλλο ή δεν ταυτίζεται με ένα συγκεκριμένο πρότυπο, παρουσιάζει διαφορές σε χαρακτηριστικά, μορφή ή ουσία.
Συνώνυμα
διαφορετικός ποικίλος αλλιώτικος ετερογενής ετερόκλητος ανόμοιος άλλος πολλαπλός ποικιλόμορφος ανάμεικτος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο ράφι υπάρχουν διάφορα βιβλία.
- Η εταιρεία προσφέρει διάφορες υπηρεσίες, όπως συμβουλευτική και υποστήριξη.
- Συναντήσαμε διάφορους φίλους στο πάρκο χθες.
- Υπάρχουν διάφορες απόψεις για το θέμα και πρέπει να τις συζητήσουμε.
- Τα εκθέματα ταξιδεύουν σε διάφορα μουσεία της Ευρώπης.