δευτερευόντως

επίρρημα

1. Με τρόπο που τοποθετεί κάτι σε δευτερεύουσα θέση ή προτεραιότητα σε σχέση με ένα κύριο ζήτημα, καθιστώντας το λιγότερο σημαντικό.

2. Ως πρόσθετο ή συμπληρωματικό στοιχείο ή σχόλιο, όχι ως κύριο σημείο αναφοράς.

Συνώνυμα

δευτερευτικά υποδεέστερα παρεμπιπτόντως επιπλέον επίσης περαιτέρω έμμεσα παραπληρωματικά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πρωτίστως ασχολούμαι με την έρευνα και δευτερευόντως με τη διδασκαλία.
  • Η εταιρεία ασχολείται κυρίως με την παραγωγή, δευτερευόντως με τις υπηρεσίες μετά την πώληση.
  • Στο συνέδριο μίλησαν για την πολιτική δημόσιας υγείας και δευτερευόντως για θέματα χρηματοδότησης.
  • Το επιχείρημα στο κείμενο είναι κύριο και δευτερευόντως υποστηρίζεται από στατιστικά στοιχεία.
  • Η επίλυση του προβλήματος είναι άμεση προτεραιότητα, ενώ δευτερευόντως συζητούνται οργανωτικά ζητήματα.
  • Στη γραμματική, η πρόταση αυτή είναι κύρια και η άλλη δευτερευόντως συνδεδεμένη ως συμπλήρωμα.