δεξαμενή
ουσιαστικό1. Κατασκευή ή δοχείο σχεδιασμένο για τη συγκράτηση και αποθήκευση υγρών ή αερίων, συνήθως χρησιμοποιούμενο για παροχή, μεταφορά ή επεξεργασία αυτών.
Συνώνυμα
ρεζερβουάρ ντεπόζιτο ταμιευτήρας άρμα τανκ δοχείο αποθήκη αποθεματικό λίμνη αποθετήριο βάρελι κάδος λεκάνη φιάλη μπουκάλι ασκός κύτος πισίνα μπανιέρα σκεύος αρχειοθήκη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η δεξαμενή νερού του χωριού τροφοδοτεί όλα τα σπίτια.
- Ξέχασα να γεμίσω τη δεξαμενή του αυτοκινήτου και έμεινα στο δρόμο.
- Στο εργαστήριο τοποθέτησαν μια καινούρια δεξαμενή χημικών ουσιών.
- Στο ενυδρείο τα παιδιά παρακολουθούσαν τα ψάρια στην δεξαμενή.
- Η βιβλιοθήκη της πόλης είναι δεξαμενή γνώσεων για όλους τους κατοίκους.