δαχτυλίδι
ουσιαστικό1. Κυκλικό ή ελλειπτικό στεφάνι, συνήθως κατασκευασμένο από μέταλλο ή άλλο υλικό, που φοριέται στο δάχτυλο ως κόσμημα ή ως σύμβολο δεσμού, μνήμης ή κοινωνικής κατάστασης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το δαχτυλίδι που μου χάρισε έχει ένα μικρό διαμάντι.
- Της έβαλε το δαχτυλίδι και της ζήτησε να τον παντρευτεί.
- Ο ηθοποιός έφτιαξε ένα μεγάλο δαχτυλίδι καπνού.
- Η φωτογραφία έδειχνε ένα δαχτυλίδι γύρω από τον πλανήτη.
- Το δαχτυλίδι στεγανοποίησης στο φίλτρο πρέπει να αλλάξει.