μενταγιόν

ουσιαστικό

Κοσμητικό κρεμαστό αντικείμενο που φοριέται στο λαιμό επί αλυσίδας ή κορδονιού, συνήθως διακοσμητικό ή συμβολικό· μπορεί να φέρει εικόνα, φυλαχτό, πολύτιμο λίθο ή μικρή θήκη για φωτογραφία.

Συνώνυμα

κρεμαστό φυλαχτό γούρι ματάκι κολιέ περιδέραιο μετάλλιο σταυρός λόκετ μπιζού ένθεμα ταγιό κόσμημα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το μενταγιόν της είχε μία μικρή πέτρα στο κέντρο.
  • Το μενταγιόν άνοιγε και μέσα φύλαγε τη φωτογραφία της γιαγιάς του.
  • Πάντα φορούσε το μενταγιόν για καλή τύχη πριν τις εξετάσεις.
  • Στην τελετή του δόθηκε ένα μενταγιόν ως βράβευση για τη συνεισφορά του.
  • Έδεσε ένα μικρό μενταγιόν στην αλυσίδα και το χάρισε στη φίλη του.