δαπανηρός

επίθετο

1. Που απαιτεί μεγάλη δαπάνη χρημάτων ή πόρων για απόκτηση, διατήρηση ή λειτουργία.

2. Που επιφέρει σημαντική οικονομική επιβάρυνση και όχληση στον προϋπολογισμό ή στις διαθέσιμες πηγές.

Συνώνυμα

ακριβός πανακριβός κοστοβόρος πολυδάπανος δυσβάσταχτος πολυέξοδος αλμυρός τσιμπημένος τσουχτερός σπαταληρός ασύμφορος ακριβούτσικος επιβαρυντικός

Αντώνυμα

φθηνός φτηνός προσιτός οικονομικός φθηνότατος φειδωλός φτηνούτσικος φτηνιάρικος τζάμπα φθηνούλης

Παραδείγματα χρήσης

  • Το νέο αυτοκίνητο ήταν δαπανηρό.
  • Η επέμβαση στο νοσοκομείο αποδείχθηκε δαπανηρή.
  • Ο γάμος τους ήταν υπερβολικά δαπανηρός.
  • Η λανθασμένη απόφαση αποδείχτηκε δαπανηρή για την εταιρεία.
  • Οι διακοπές τους ήταν δαπανηρές, αλλά άξιζαν.