δίνη
ουσιαστικό1. Περιοχή ρευστού ή αέρα που κινείται με περιστροφική, σπειροειδή ροή γύρω από ένα κεντρικό σημείο, σχηματίζοντας έντονη κυκλική κίνηση και συχνά αραίωση προς το κέντρο.
Συνώνυμα
στρόβιλος στροβίλισμα στροβιλός ανεμοστρόβιλος υδροστρόβιλος θύελλα αναβρασμός αναταραχή καταιγίδα σπείρα σβούρα ίλιγγος χάος χοάνη περιστροφή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η δίνη στο στενό απειλούσε τα μικρά σκάφη.
- Την είχε ρουφήξει μια δίνη συναισθημάτων που δεν μπορούσε να ελέγξει.
- Η χώρα βρέθηκε στη δίνη μιας πολιτικής κρίσης.
- Η δίνη του ανεμοστρόβιλου κατέστρεψε το χωριό.
- Χάθηκε στη δίνη των καθημερινών υποχρεώσεων.