δήμαρχος

ουσιαστικό

Πρόσωπο που εκλέγεται ή διορίζεται για να ασκεί την ανώτατη εκτελεστική αρμοδιότητα στον δήμο, προΐσταται της δημοτικής διοίκησης, εκπροσωπεί νομικά και πολιτικά τον δήμο και είναι υπεύθυνο για τη διοίκηση των δημοτικών υπηρεσιών, τη χάραξη και εφαρμογή τοπικής πολιτικής και την υλοποίηση των αποφάσεων του δημοτικού συμβουλίου.

Συνώνυμα

δημαρχίνα κοινοτάρχης νομάρχης περιφερειάρχης αντιδήμαρχος πρόεδρος άρχοντας αρχηγός δημαρχάκος ηγέτης διοικητής

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο δήμαρχος ανακοίνωσε τα νέα μέτρα για την ανακύκλωση.
  • Η δήμαρχος της πόλης συμμετείχε στην τελετή των εγκαινίων.
  • Ελπίζει να γίνει δήμαρχος όταν τελειώσει τις σπουδές του.
  • Ο πρώην δήμαρχος έδωσε συνέντευξη για τις παλιές του αποφάσεις.
  • Στη σύσκεψη ο δήμαρχος ζήτησε περισσότερα κονδύλια για τα σχολεία.