γραφτό
ουσιαστικό1. Κείμενο που έχει καταγραφεί με γράμματα και αποτυπωθεί γραπτώς, χειρόγραφα ή με ηλεκτρονικά μέσα.
2. Γεγονός ή μοίρα που φαίνεται προδιαγεγραμμένο και αναπόφευκτο.
Συνώνυμα
γραμμένο γραπτό πεπρωμένο μοίρα προορισμένο προδιαγεγραμμένο εγγραμμένο καταγεγραμμένο γεγραμμένο μοιραίο χειρόγραφο συγγραμμένο προορισμός εγγεγραμμένο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ήταν γραφτό να συναντηθούν ξανά μετά από τόσα χρόνια.
- Είναι γραφτό να βοηθάμε τους συμπολίτες μας σε δύσκολες στιγμές.
- Θα παραδώσω το γραφτό στον καθηγητή την επόμενη εβδομάδα.
- Μπορείς να μου στείλεις ένα γραφτό με τα στοιχεία σου;
- Διάβασα τα γραφτά της και κατάλαβα το στυλ της γραφής.