γιός

ουσιαστικό

1. Άρρεν απόγονος ενός ή και των δύο γονέων, παιδί αρσενικού φύλου, είτε βιολογικός είτε θετός.

2. Μεταφορικά, νεαρός άνδρας που θεωρείται απόγονος, συνεχιστής ή προστατευόμενος κάποιου.

Συνώνυμα

υιός παιδί γόνος απόγονος βλαστός κληρονόμος κανακάρης πρωτότοκος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο γιός μου πήρε το πρώτο του δίπλωμα.
  • Η οικογένεια υποδέχτηκε ως γιό τον νέο υιοθετημένο.
  • Ο παππούς καμαρώνει για τον γιό του και για τον εγγονό.
  • Ο μεγαλύτερος γιός ανέλαβε την επιχείρηση της οικογένειας.
  • Στη φωτογραφία, ο γιός κάθεται ανάμεσα στους γονείς.
  • Μετά τη δικαστική απόφαση, αναγνωρίστηκε ως γιός του ζευγαριού.