γερουσιαστής
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που είναι μέλος της γερουσίας, ανώτερου νομοθετικού σώματος ενός κράτους ή οργανισμού, και συμμετέχει στη διατύπωση, συζήτηση, ψήφιση νομοσχεδίων καθώς και στον κοινοβουλευτικό έλεγχο και τις συνεδριάσεις του σώματος.
Συνώνυμα
γερουσιάστρια σενάτορας γερουσιάρης βουλευτής νομοθέτης πολιτικός αντιπρόσωπος συνεδριτής σύνεδρος πρεσβύτερος αιρετός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γερουσιαστής υπέβαλε πρόταση για την προστασία του περιβάλλοντος.
- Κατά τη συνεδρίαση, ο γερουσιαστής ψήφισε υπέρ του νομοσχεδίου.
- Ο γερουσιαστής της αντιπολίτευσης κατήγγειλε διαφθορά.
- Στην ιστορία της χώρας, κάθε γερουσιαστής έπαιζε σημαντικό ρόλο στη διακυβέρνηση.
- Ο γερουσιαστής απάντησε στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων μετά τη συνεδρία.