γενικότητα
ουσιαστικόΙδιότητα ή κατάσταση του να αφορά το σύνολο ή τις βασικές αρχές ενός θέματος αντί για τα επιμέρους ή ειδικά στοιχεία, εκφραζόμενη με αόριστες ή μη εξειδικευμένες δηλώσεις και χαρακτηρισμούς.
Συνώνυμα
γενίκευση αοριστία αοριστολογία αφαιρετικότητα ευρύτητα καθολικότητα οικουμενικότητα αορισμός συνολικότητα ολικότητα
Αντώνυμα
λεπτομέρεια συγκεκριμενότητα ακρίβεια εξειδίκευση ειδικότητα ιδιαιτερότητα συγκεκριμενοποίηση περίπτωση ιδίωμα τομέας πτυχή
Παραδείγματα χρήσης
- Η γενικότητα της περιγραφής δυσκολεύει την ανάλυση.
- Η γενικότητα των κανόνων επιτρέπει προσαρμογές σε διαφορετικά περιβάλλοντα.
- Στα μαθηματικά, η γενικότητα ενός θεωρήματος δείχνει πόσο ευρέως εφαρμόζεται.
- Η δήλωση ήταν μια γενικότητα χωρίς αποδείξεις, όχι συγκεκριμένο επιχείρημα.
- Στην ομιλία προτίμησε γενικότητα ώστε να αποφύγει να μπει σε λεπτομέρειες.