γειτονικός

άλλο

Που βρίσκεται πολύ κοντά σε κάτι άλλο, στο ίδιο ή σε γειτονικό σημείο.

Συνώνυμα

διπλανός παρακείμενος παραδίπλα συνορεύων φιλικός παράπλευρος πλαϊνός συνοριακός γειτονιάτικος γειτονίστικος φιλόξενος κοντινός εγγύς αλληλέγγυος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το γειτονικό σπίτι έχει όμορφο κήπο.
  • Η γειτονική χώρα προσέφερε ανθρωπιστική βοήθεια.
  • Οι γειτονικοί κόμβοι στο γράφημα συνδέονται με ακμές.
  • Η γειτονική οικογένεια μας βοήθησε χθες με τη μετακόμιση.
  • Ο γειτονικός δρόμος έχει πολλή κίνηση το πρωί.