γέφυρα
ουσιαστικό1. Κατασκευή που ενώνει δύο σημεία πάνω από εμπόδιο (π.χ. νερό, χαράδρα, οδικό ή σιδηροδρομικό άξονα) και επιτρέπει τη διέλευση ανθρώπων, οχημάτων ή αγαθών.
Συνώνυμα
γεφύρι γεφυράκι διάβαση πέρασμα διέλευση σύνδεσμος σύνδεση μετάβαση γέφυρωμα κατάστρωμα διάλειμμα διασύνδεση ζεύξη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η γέφυρα πάνω από το ποτάμι συνδέει τα δύο χωριά.
- Στη γέφυρα του πλοίου βρίσκονται το τιμόνι και τα όργανα πλοήγησης.
- Ο οδοντίατρος τοποθέτησε μια γέφυρα για να αντικαταστήσει τα χαμένα δόντια.
- Η γέφυρα του τραγουδιού οδηγεί από το κουπλέ στο ρεφρέν.
- Ο τεχνικός ρύθμισε μια γέφυρα δικτύου για να ενώσει τα δύο υποδίκτυα.
- Η συνεργασία ανάμεσα στα πανεπιστήμια λειτούργησε ως γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικές κουλτούρες.