βραδινός

επίθετο

1. Που ανήκει, σχετίζεται ή συμβαίνει στο βράδυ ή τη νύχτα.

2. Που προορίζεται, χρησιμοποιείται ή είναι χαρακτηριστικό για δραστηριότητες, ενδύματα ή υπηρεσίες που γίνονται ή φοριούνται τη νύχτα/το βράδυ.

Συνώνυμα

εσπερινός νυχτερινός νυχτιάτικος αποψινός απογευματινός μεσονύκτιος ολονυχτικός νύχτερος βραδύς

Αντώνυμα

πρωινός ημερήσιος μεσημεριανός ορθρινός ημέριος πρωινιάτικος απογευματινό

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάνουμε έναν βραδινό περίπατο στο πάρκο.
  • Η βραδινή εκπομπή έχει μεγάλη ακροαματικότητα.
  • Το βραδινό γεύμα ήταν ελαφρύ.
  • Προτιμώ τους βραδινούς περιπάτους στο δάσος.
  • Στις βραδινές ώρες το ραδιόφωνο παίζει τζαζ.