βράχος

ουσιαστικό

1. Στερεό κομμάτι πετρώματος, συνήθως μεγάλο και σκληρό, που αποτελείται από ορυκτά και μπορεί να βρίσκεται μεμονωμένο ή ως μέρος γεωλογικής δομής.

Συνώνυμα

λίθος πέτρα σκόπελος ογκόλιθος πέτρωμα λιθόμαζα κρημνός γκρεμός κοτρώνι σβώλος πλάκα βουνό ακρόπολη

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο βράχος στην παραλία έχει σκαλιστεί από τα κύματα.
  • Οι βράχοι πάνω από το μονοπάτι είναι επικίνδυνοι.
  • Η μητέρα του ήταν πάντα ο βράχος της οικογένειας.
  • Ανέβηκαν στον ψηλό βράχο για να θαυμάσουν τη θέα.
  • Ο βράχος εξακολουθεί να διατηρεί αποτυπώματα προϊστορικών ζώων.