αφέντρα

ουσιαστικό

1. Γυναίκα που ασκεί εξουσία και είναι επικεφαλής μιας οικογένειας, ενός σπιτιού ή μιας υπηρεσίας.

2. Γυναίκα που επιβάλλει τη θέλησή της ή κυριαρχεί σε άλλους σε κοινωνικό, εργασιακό ή ερωτικό/σεξουαλικό πλαίσιο.

Συνώνυμα

αφεντικό αφεντικίνα αφέντης προϊσταμένη διευθύντρια επικεφαλής αρχηγός αρχηγίνα κυρία δεσπότισσα κυρίαρχη αρχόντισσα βασίλισσα σουλτάνα νοικοκυρά μαντάμ

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αφέντρα του σπιτιού καλωσόρισε τους καλεσμένους με ευγένεια.
  • Η αφέντρα του εργοστασίου ανακοίνωσε τις νέες αποφάσεις για το προσωπικό.
  • Στη σχέση τους, εκείνη ήταν η αφέντρα, και εκείνος σεβόταν τα όριά της.
  • Την θεωρούσαν αφέντρα της γειτονιάς, γιατί είχε πάντα τον τελευταίο λόγο.
  • Στα παλιά χρόνια, η αφέντρα της οικογένειας επίβλεπε τη διαχείριση της περιουσίας και των υπηρέτων.