αυτοκινητόδρομος

ουσιαστικό

Ευρύς, ελεγχόμενης πρόσβασης δρόμος σχεδιασμένος για γρήγορη κυκλοφορία οχημάτων, συνήθως με διαχωριστική νησίδα και πολλαπλά ρεύματα, χωρίς ισόπεδες διασταυρώσεις και με ειδικές εισόδους και εξόδους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αυτοκινητόδρομος προς τη Θεσσαλονίκη είναι καθαρός σήμερα.
  • Ένα ατύχημα σταμάτησε την κυκλοφορία στον αυτοκινητόδρομο για ώρες.
  • Οι εργασίες συντήρησης έκλεισαν τμήμα του αυτοκινητόδρομου.
  • Αυτός ο αυτοκινητόδρομος έχει διόδια σε πολλά σημεία.
  • Οι αυτοκινητόδρομοι της χώρας χρειάζονται επένδυση.